διαμιλλάομαι

διαμιλλ-άομαι, [tense] fut.
A

-ησομαι Str.17.1.11

:—contend hotly, strive earnestly,

δέκα πρὸς δέκα ἀλλήλοις Pl.Lg.833e

; τινί with one, Id.R.516e;

πρός τινα Plb.16.21.6

; δ. περί τινος about a thing, Pl.R.517d; τινὶ ἐν λόγοις καὶ ἐν ἔργοις ib.563a: c. gen. rei,

δ. λειοτέρας ὁδοῦ Id.Lg.833b

;

τινὶ περὶ δεῖπνα Plu.Them.5

: [tense] pf. διημίλληται in pass. sense, Luc.Par. 58.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαμιλλῶμαι — διαμιλλάομαι contend hotly pres subj mp 1st sg (attic epic ionic) διαμιλλάομαι contend hotly pres ind mp 1st sg διαμιλλάομαι contend hotly pres subj mp 1st sg (attic epic doric ionic) διαμιλλάομαι contend hotly pres subj mp 1st sg (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμιλλῶνται — διαμιλλάομαι contend hotly pres subj mp 3rd pl (attic epic ionic) διαμιλλάομαι contend hotly pres ind mp 3rd pl διαμιλλάομαι contend hotly pres subj mp 3rd pl (attic epic doric ionic) διαμιλλάομαι contend hotly pres subj mp 3rd pl (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμιλλωμένων — διαμιλλάομαι contend hotly pres part mp fem gen pl διαμιλλάομαι contend hotly pres part mp masc/neut gen pl διαμιλλάομαι contend hotly pres part mp fem gen pl διαμιλλάομαι contend hotly pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμιλλᾶται — διαμιλλάομαι contend hotly pres subj mp 3rd sg διαμιλλάομαι contend hotly pres ind mp 3rd sg διαμιλλάομαι contend hotly pres subj mp 3rd sg διαμιλλάομαι contend hotly pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμιλλώμενον — διαμιλλάομαι contend hotly pres part mp masc acc sg διαμιλλάομαι contend hotly pres part mp neut nom/voc/acc sg διαμιλλάομαι contend hotly pres part mp masc acc sg διαμιλλάομαι contend hotly pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμιλλησομένοις — διαμιλλάομαι contend hotly fut part mp masc/neut dat pl (attic ionic) διαμιλλάομαι contend hotly fut part mp masc/neut dat pl (attic ionic) διᾱμιλλησομένοις , διαμιλλάομαι contend hotly futperf part mp masc/neut dat pl (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμιλλησόμενος — διαμιλλάομαι contend hotly fut part mp masc nom sg (attic ionic) διαμιλλάομαι contend hotly fut part mp masc nom sg (attic ionic) διᾱμιλλησόμενος , διαμιλλάομαι contend hotly futperf part mp masc nom sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμιλληθείς — διαμιλλάομαι contend hotly aor part mp masc nom/voc sg (attic ionic) διαμιλλάομαι contend hotly aor part mp masc nom/voc sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμιλληθῆναι — διαμιλλάομαι contend hotly aor inf mp (attic ionic) διαμιλλάομαι contend hotly aor inf mp (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμιλληθῇ — διαμιλλάομαι contend hotly aor subj mp 3rd sg (attic ionic) διαμιλλάομαι contend hotly aor subj mp 3rd sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμιλλωμένη — διαμιλλάομαι contend hotly pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) διαμιλλάομαι contend hotly pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.